25/8/09

πρωινος καφες


Από το σύνολο των κτιρίων που στεγάζουν τις λειτουργίες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, αυτό της Φιλοσοφικής Σχολής, το κεντρικό, ξεχωρίζει εντυπωσιακά από τα υπόλοιπα. Είναι φυσικό άλλωστε αν αναλογιστεί κανείς ότι η συγκεκριμένη σχολή ιδρύθηκε το 1925 και λειτούργησε από το 1926, πολύ ενωρίτερα δηλ. από τις υπόλοιπες σχολές.
Η νεοκλασική μορφή του αποτελεί φωτεινή εξαίρεση στο σύνολο του κτιριακού συγκροτήματος του ΑΠΘ, όπου κυριαρχούν τα μοντέρνα και -πρόσφατα- τα μεταμοντέρνα κτίσματα.

Σαν πρωτοετής φοιτητής της Αρχιτεκτονικής επισκεπτόμουν μια φορά την εβδομάδα το συγκεκριμένο κτίριο για τη συνδιδασκαλία στο μάθημα "Ιστορία της Τέχνης", που διδασκόταν (από κοινού με τους φοιτητές της Φιλοσοφικής) από τον καθηγητή της Σχολής Χρύσανθο Χρήστου. Η προσέλευση των συναδέλφων αρχιτεκτόνων (και κυρίως του ανδρικού πληθυσμού) ήταν εντυπωσιακή. Ο λόγος ήταν απλός και καθόλου σχετικός με την αγάπη προς την Τέχνη.
Στη φιλοσοφική σχολή, η αναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών ήταν περίπου 1:7 !!
Αποτελούσε, επομένως προνομιακό χώρο για καμάκι! Βέβαια, στην αρχιτεκτονική υπήρχε ούτως ή άλλως ιδανική αναλογία στην εκπροσώπηση των δύο φύλων αλλά, όπως μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί, όσο μεγαλύτερη η προσφορά...τόσο το καλύτερο για τη ζήτηση...

Υπήρχε, όμως κι ενας επιπλέον λόγος, που μερικές φορές μαζί με μια παρέα φίλων καταλήγαμε τα πρωινά στη Φιλοσοφική σχολή. Το κτίριο διέθετε ένα απίθανο, μοναδικό κυλικείο με μαρμάρινα τραπεζάκια, πάνω στα οποία εδέσποζε ανθοδοχείο με γνήσια άνθη και ψάθινες καρέκλες, όπου μπορούσες να απολαύσεις ελληνικό καφέ ψημένο σε άμμο!
Μια πρωτοφανής καινοτομία για την εποχή και ασφαλώς εντελώς ασυνήθιστη για τα δεδομένα ενός κυλικείου πανεπιστημιακής σχολής.

Μετά από τόσα χρόνια λοιπόν σκέφτομαι οτι αξίζει τον κόπο να επισκεφτώ αυτό τον μοναδικό χώρο για να διαπιστώσω αν ακόμη διατηρείται όπως τον θυμούμαι, συνοδεύοντας παράλληλα την κόρη μου, σαν πρωτοετή φοιτήτρια της Σχολής...

12/8/09

η αναπαυση του πολεμιστη

Η ανάγκη για ανάπαυση είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητη. Είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα από αυτά, που κατά τον Σπινόζα δεν μπορούμε να παραιτηθούμε ακόμα και με τη συγκατάθεσή μας.
Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι μια "θεσμοθετημένη" έκφραση αυτού του δικαιώματος, τουλάχιστον στο εθιμικό πεδίο, με ορατό τον κίνδυνο (τα τελευταία χρόνια) να μεταλλαχθεί σε θεσμό-φάντασμα καταλαμβάνοντας μια θέση στη σφαίρα του ανικανοποίητου.
Η υλοποίηση της θερινής ραστώνης, ενδέχεται να αποτελεί προϊόν ετήσιου προγραμματισμού, όπου η ελπίδα και η προσμονή συντηρούν το υποκείμενο για έντεκα μήνες, προβάλλοντας διαρκώς την υπόσχεση της καλοκαιρινής αποζημίωσης ως αντιστάθμισμα στην καθημερινή μετριότητα και μονοτονία. Μπορεί, ωστόσο να προκύψει και μέσα από αυτοσχεδιασμούς της τελευταίας κυριολεκτικά στιγμής, όπου ο τόπος, η διαδικασία και οι συνθήκες περιβάλλονται από σχετική ασάφεια και αβεβαιότητα.
Είμαι από αυτούς που επιλέγω (σχεδόν) πάντα τον δεύτερο δρόμο, αλλά αυτό ελάχιστη σημασία έχει. Αντίθετα, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η αίσθηση της φυγής. Μια αίσθηση, που είναι περισσότερο έντονη στη φάση της αναμονής και αρχίζει να καταλαγιάζει από τη στιγμή που οι διακοπές καταγράφονται πλέον ως γεγονός.
Η φυγή λοιπόν, η απόδραση από την καθημερινότητα, είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των διακοπών. Είναι το εφαλτήριο για μια Άλλη ζωή που είναι Αλλού.

Στους νέους, αυτός ο Άλλος τόπος είναι περισσότερο υποσχετικός και ελπιδοφόρος. Και φροντίζουν να αξιοποιούν την παρουσία τους εκεί με τον πλέον εμφατικό τρόπο και "παραδόξως" (ενώ το μέλλον τους ανήκει εξ ολοκλήρου) με την αγωνία να ζήσουν "τα πάντα" συμπυκνωμένα και έντονα σαν να πρόκειται όλη αυτή η φιέστα να τελεσιδικήσει.
Με τους ενήλικες, τα πράγματα είναι (εντυπωσιακά) διαφορετικά. Είτε πρόκειται για μια μεταφορά (και λόγω αδράνειας) της καθημερινής κόπωσης, μετασχηματισμένης και εξωραϊσμένης με θερινό ένδυμα και άρωμα, είτε πρόκειται για άκομψες "εκρηκτικές" εκτονώσεις απωθημένων επιθυμιών, που περιβάλλονται από το φωτοστέφανο του "χαμένου χρόνου"...
Οι ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι για να επιβεβαιώνουν, ακριβώς, τον κανόνα.
Όπως και νάχει το πράγμα, καλόν είναι να αποφεύγεται η συνύπαρξη (τουλάχιστον στις θερινές διακοπές) των νέων με τους ηλικιωμένους. Για αμοιβαίο όφελος...

Η ανάγκη για ανάπαυση ωστόσο δεν ικανοποιείται μόνο (και δεν οδηγεί πάντα) σε διακοπές, παρά μόνο ως σχετική "πολυτέλεια". Γιατί η συνηθέστερη μορφή της, είναι σαφώς πιο βραχύβια και σαφώς πιο άδοξη, αφού πρόκειται για μια απλή ανάπαυλα μέσα στην καθημερινή ροή των γεγονότων.
Ακραία αλλά και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η ανάπαυση του πολεμιστή. Πρόκειται για τη συμπυκνωμένη απουσία από τη δράση, τη στιγμιαία παύση του χρόνου, όπου ο μαχητής ξαποσταίνει για λίγο (εξαντλώντας όλα τα περιθώρια που του προσφέρονται) για να συνεχίσει την πορεία του...
Κάπως έτσι, λοιπόν, σαν ανάπαυση του πολεμιστή αντιλαμβάνομαι την (προσωρινή όπως πιστεύω) απουσία του φίλου μας του ηλιογράφου από την παρέα μας.


Οι φωτό, είναι οι τελευταίες που μου έστειλε.

14/7/09

καλο καλοκαιρι



Θα λείψω (και θα μου λείψετε) για λίγες μέρες.
Εύχομαι σε όλους ένα ξένοιαστο καλοκαίρι, με στιγμές σαν κι αυτές που έζησα τον περσινό Ιούλιο, απ' όπου και το βιντεάκι.

9/7/09

τρεχουν τ' αλογα...τρεχουν

Με το τζόγο, η σχέση μου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αν εξαιρέσει κανείς κάποια δελτία προ-πο (την εποχή της εφηβείας) και κάποια αντίστοιχα του lotto (μερικά χρόνια αργότερα), σπάνια έχω υποκύψει στον πειρασμό να αγοράσω κάποιο λαχείο ή να συμμετάσχω σε κάποια λοταρία.
Για πιο "σκληρά" παιχνίδια, ούτε λόγος...

Παρ' όλα αυτά, κάποτε, (λίγα χρόνια μετά το πέρας των σπουδών μου) έζησα μια μοναδική εμπειρία σχετική με τη γοητεία που μπορεί να σου προσφέρει η διεκδίκηση της επιτυχίας μέσα από διαδικασίες μεταφυσικής προσμονής και μακάριας(;) εναπόθεσης των ελπίδων σου στους νόμους των πιθανοτήτων.
Με μια παρέα παλιών συμφοιτητών δοκιμάζαμε τα καινούργια χαρμάνια espresso στο "Brasil" της Βουκουρεστίου. Η Αννούλα, ο Βασίλης και ο Σωτήρης ήσαν από τους πλέον ενδιαφέροντες εκπροσώπους της νέας γενιάς στη Σχολή και αυτός ήταν ένας σοβαρός λόγος για να διατηρώ σχέση μαζί τους και μετά το τέλος των σπουδών μας και παρά την κάποια διαφορά στην ηλικία μας. Αφού η συζήτηση μεταξύ Χαίλντερλιν, Ρεμπώ, Αντονιόνι και Μποφίλ έβαινε στο τέλος της, ο πλέον απρόβλεπτος της παρέας, ο Βασίλης, έριξε την ιδέα να συνεχίσουμε τις αναζητήσεις μας σε πιο γήινα πεδία. Για του λόγου το αληθές μάλιστα, επρότεινε μια επίσκεψη στον Ιππόδρομο!
Η πρόταση έγινε ομόφωνα και με ενθουσιασμό δεκτή από τους υπόλοιπους και σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε στο Φαληρικό Δέλτα.
Για όποιον δεν έχει ζήσει (ακόμα) τη διαδικασία μιας ιπποδρομίας, οφείλω να ενημερώσω ότι υπάρχει ολόκληρο τελετουργικό που τηρείται με σεβασμό (και ιδιοτέλεια) από τους φιλίππους.
Το πρωτόκολλο λοιπόν επιβάλει (πριν από την κατάθεση των στοιχημάτων) την επίσκεψη στον ειδικό χώρο, όπου παρελαύνουν οι ίπποι, συνοδευόμενοι από τους αναβάτες (πεζούς) και όπου μπορεί(;) κανείς να διαπιστώσει τη φυσική κατάσταση των αγωνιζομένων, ώστε να ποντάρει "εκ του ασφαλούς". Σ' αυτή την πασαρέλα λοιπόν, εκτός από τη γνωριμία μου με τον ενδιαφέροντα κόσμο των φιλίππων είχα την ευκαιρία να αναθερμάνω παλιές σχέσεις (αντιπαλότητας) με πρώην στελέχη διαφόρων φοιτητικών παρατάξεων, που παροπλισμένοι, αφού το παιχνίδι ήταν πλέον over, κατέφευγαν σε αναζητήσεις νέων εμπειριών (όπως μου εξομολογήθηκε κάποιος) κατεχόμενοι και από το σύνδρομο του a la recherche du temps perdu.

Η προσωπική μου επιλογή άκουγε στο όνομα "Εκβους", ένα ολόλευκο άλογο, το οποίο κέρδισε την προτίμησή μου φυσικά περισσότερο λόγω ονόματος και λιγότερο λόγω φυσικής υπεροχής έναντι των υπολοίπων...

Όταν ήλθε η ώρα να πάρουμε θέση στις εξέδρες του Φαληρικού σταδίου, συνειδητοποίησα έκπληκτος ότι ο σκοπός της επίσκεψης (ως ζητούμενη νέα εμπειρία) ολοκληρωνόταν τη συγκεκριμένη στιγμή μέσα από μια απροσδόκητη και μοναδική εικόνα 5.000 θεατών να μελετούν απερίσπαστοι, σκυμένοι πάνω στα ειδικά έντυπα που ενημέρωναν για τα στατιστικά δεδομένα των αγώνων (και άρα τις πιθανότητες της σωστής πρόβλεψης).

Ποτέ δεν φανταζόμουν τόσους πολλούς νεοέλληνες να μελετούν και μάλιστα ταυτόχρονα!

15/6/09

Ο Μπορχες κι εγω


Σαν χθες, στις 14 Ιουνίου 1986, πεθαίνει στη Γενεύη ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Για τη σχέση που έχω με τον μεγάλο Αργεντινό Δημιουργό, έχω γράψει στη σχετική ανάρτηση (Ο Μεγάλος Παραμυθάς/ http://teopap21.blogspot.com/2008/06/blog-post_18.html), την περασμένη χρονιά, με αφορμή την ίδια επέτειο.
Φέτος θα αφήσω τον ίδιο τον Ποιητή να μιλήσει, μέσα από το έργο του "Ο Μπόρχες κι εγώ" (Συλλογή "Ο ποιητής",/"Άπαντα πεζά", εκδ. Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2005, σε μετάφραση, επιμέλεια και σχόλια του Αχιλλέα Κυριακίδη).

Ο ΜΠΟΡΧΕΣ ΚΙ ΕΓΩ
Στον άλλον, στον Μπόρχες, συμβαίνουν όλα. Εγώ, περπατώ στο Μπουένος Άιρες και σταματώ, ίσως πια μηχανικά, για να κοιτάξω την καμάρα μιας εισόδου και την καγκελόπορτα· νέα του Μπόρχες λαβαίνω με το ταχυδρομείο και βλέπω τ' όνομά του σε μια τριανδρία καθηγητών ή σ΄ένα βιογραφικό λεξικό. Εμένα μ΄αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του Στήβενσον· ο άλλος, μοιράζεται μαζί μου αυτές τις προτιμήσεις, αλλά μ΄έναν τρόπο ματαιόδοξο που τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου. Θα΄ταν υπερβολικό να πω ότι οι σχέσεις μας είναι εχθρικές· εγώ ζω, εγώ αφήνομαι να ζω, μόνο και μόνο για να μπορεί ο Μπόρχες να υφαίνει τη λογοτεχνία του, κι αυτή η λογοτεχνία με δικαιώνει. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ πως έχει γράψει μερικές αξιόλογες σελίδες, αλλά αυτές οι σελίδες δεν μπορούν να με σώσουν, ίσως γιατί το καλό δεν ανήκει πια σε κανέναν, ούτε καν στον άλλον, αλλά στη γλώσσα ή στην παράδοση. Κατά τα άλλα, εγώ είμαι καταδικασμένος να χαθώ, να χαθώ για πάντα, και μόνο κάποια στιγμή μου μπορεί να επιβιώσει στον άλλον. Λίγο λίγο, του τα παραχωρώ όλα, κι ας ξέρω τη διεστραμμένη συνήθειά του να παραποιεί και να υπερβάλλει. Ο Σπινόζα κατάλαβε πως όλα τα πράγματα θέλουν να παραμείνουν αυτό που είναι· η πέτρα θέλει να είναι αιωνίως πέτρα, και η τίγρη, τίγρη.
Εγώ θα παραμείνω Μπόρχες· όχι ο εαυτός μου (αν υποτεθεί ότι είμαι κάποιος), αν και αναγνωρίζω τον εαυτό μου λιγότερο στα βιβλία του απ' όσο στα βιβλία πολλών άλλων ή στο περίτεχνο γρατζούνισμα μιας κιθάρας. Πριν κάποια χρόνια, προσπάθησα ν΄απελευθερωθώ απ΄αυτόν, και πέρασα απ΄τις μυθολογίες των προαστίων στα παιχνίδια με το χρόνο και το άπειρο· αυτά τα παιχνίδια, όμως, τώρα πια ανήκουν στον Μπόρχες, και θα χρειαστεί να επινοήσω άλλα.
Έτσι, όλη μου η ζωή είναι μια φυγή, κι όλα τα χάνω κι όλα ανήκουν στη λήθη - ή σ΄αυτόν.

Δεν ξέρω ποιος από τους δύο μας γράφει αυτή τη σελίδα.

9/6/09

χωρις τιτλο

26/5/09

ενας ευρωπαιος Πολιτης


Το περιοδικό "Πολίτης" (και αργότερα "Δεκαπενθήμερος Πολίτης") αποτελούσε στη δεκαετία του '80 ένα προσφιλή τόπο κατάθεσης απόψεων, σχολίων και προβληματισμού της ανανεωτικής αριστεράς. Εκδότης του ο Άγγελος Ελεφάντης και συνεργάτες προσωπικότητες του πολιτικού, επιστημονικού και πνευματικού κόσμου. Μέσα από τις στήλες του ξεπηδούσαν θέματα που ξεπερνούσαν τα όρια ενός "στείρου" πολιτικού προβληματισμού και άπτονταν γενικότερων θεμάτων (πολλές φορές πρωτότυπων) που απασχολούσαν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Τα άρθρα του και οι διάλογοι, που προέκυπταν μέσα από τις γόνιμες προσθήκες ή διαφωνίες συνεργατών και αναγνωστών, προσέδιδαν μια ξεχωριστή ποιότητα στον προβληματισμό της Αριστεράς.

Μέσα από τις στήλες του περιοδικού δεν έλλειπε το χιούμορ, απαραίτητο εφόδιο άλλωστε για την εκτόνωση ενός (πολιτικού) κλίματος υπό συνθήκες σοβαροφανούς Πασοκικής διακυβέρνησης.
Ενα χιούμορ πλαισιωμένο και με αυτοσαρκασμό, που αποτελούσε και την ειδοποιό διαφορά με τον δογματικό χώρο της Αριστεράς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσε η αθλητική και (παρα)αθλητική δημοσιογραφία που φιλοξενούσε επιδεικνύοντας κατ΄αυτό τον τρόπο τον επιβαλόμενο σεβασμό σε μερίδα αναγνωστών του με σχετικά ενδιαφέροντα...
Κάποια στιγμή μάλιστα προχώρησε και σε ένα διαγωνισμό, θέτοντας το σύνθετο ερώτημα:
"Ποιός, πότε, γιατί και σε ποιούς είπε την φράση ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ 300 ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ και σε ποιό έντυπο δημοσιεύτηκε"
Το βραβείο για τον νικητή ήταν η προσφορά όλων των τευχών του περιοδικού από το πρωτοεκδοθέν μέχρι το τελευταίο (Νο 50).

Η πρόκληση για ένα ΑΕΚτζή ήταν μεγάλη!
Την επική αυτή φράση την είχε εκστομίσει λίγες εβδομάδες πριν ο τότε προπονητής της ΑΕΚ Γιάτσεκ Γκμοχ, απευθυνόμενος στους ποδοσφαιριστές της ομάδας, ενόψει ενός κρίσιμου Ευρωπαϊκού αγώνα! Η συγκεκριμένη προτροπή είχε δημοσιευτεί στο συλλογικό έντυπο "Δικέφαλος".
Έστειλα - όπως είναι προφανές - την απάντηση και μετά από λίγες μέρες δέχτηκα την πρόσκληση να παραλάβω το βραβείο μου.

Επισκέφτηκα ένα πρωινό τα γραφεία του περιοδικού στην Πλάκα. Μπαίνοντας είδα τον εκδότη (που γνώριζα από το φωτορεπορτάζ) και ένα άλλο συνεργάτη.
Εξήγησα το λόγο της επίσκεψης και τότε ο συμπαθής συνεργάτης χαμογελώντας διετύπωσε μια απορία για τις ποδοσφαιρικές μου προτιμήσεις μαζί με ένα ελαφρά ειρωνικό σχόλιο...
Ήταν οπαδός του Ολυμπιακού όπως μου εξήγησε. Δηλαδή ένα γαύρος (στην ποδοσφαιρική αργκό).
Αυτό ήταν ίσως και το μοναδικό "μεμπτό" σημείο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη... 
Ενός εξαιρετικού ανθρώπου-κόσμημα της Αριστεράς.
Ενός ήπιου ηγέτη και στοχαστή.
Μιας προσωπικότητας με βαθειά ριζωμένες μέσα του τις αξίες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ενός κοσμοπολίτη πολιτικού, που πριν λίγες ώρες πραγματοποίησε το τελευταίο του ταξίδι... 




20/5/09

μερες ραδιοφωνου



Η εκπομπή "Το θέατρο στο ραδιόφωνο" ήταν μια σειρά από τρεις βραδυνές ραδιοφωνικές εκπομπές που μεταδίδονταν την Κυριακή, την Δευτέρα και την Τετάρτη γύρω στις 9.οο μ.μ.
Το κάθε θεατρικό επεισόδιο ήταν, συνήθως, μια αυτοτελής ιστορία, που ανάλογα με τη μέρα παρουσίασής της ανήκε στο κοινωνικό (Κυριακή), αστυνομικό (Δευτέρα) και αποκλειστικά ελληνικό (Τετάρτη) δραματολόγιο.
Οι ηθοποιοί που ανελάμβαναν να εμψυχώσουν τους εκάστοτε ραδιοφωνικούς ήρωες ήσαν γνωστοί για την ορθοφωνία τους και πολλές φορές τον ηγετικό ρόλο είχαν γνωστά μεγάλα ονόματα του θεάτρου της εποχής.
Την Κυριακή το βράδυ λοιπόν, μετά την -ραδιοφωνική πάντα- παρουσίαση της προηγηθείσας αθλητικής δραστηριότητας περίμενα με αγωνία το έργο επί των ερτζιανών.

Προηγείτο ένας ενημερωτικός πρόλογος για το συγγραφέα και το έργο του και στη συνέχεια άρχιζε η ¨δράση¨. Μια δράση, όχι βέβαια επί σκηνής αλλά μέσα στο παιδικό μυαλό μου, με κύριο γνώρισμα το χτίσιμο ενός φανταστικού κόσμου που ζούσε και δρούσε μέσα σ΄ένα φανταστικό χώρο. Τα μορφικά χαρακτηριστικά που αποκτούσαν οι ήρωες ήσαν πάντοτε συναρτημένα με το ρόλο τους και οπωσδήποτε συνεπή με τα αρχέτυπα της εποχής, όπως προέκυπταν μέσα από τις σχετικές εικονογραφήσεις των (ηθικοπλαστικών) εντύπων της εποχής. Πολλές φορές κατέφευγα στα "Κλασσικά Εικονογραφημένα" (στην αντίστοιχη ιστορία) για να μορφοποιήσω τον συγκεκριμένο ήρωα. Κάποιες φορές, όμως λόγω της ηχητικής παρεμβολής της φωνής τους ένοιωθα μια δυσκολία σ' αυτή την προσπάθεια ταυτοποίησης.

Με αυτό τον τρόπο ήρθα για πρώτη φορά σε ηχητική επαφή με μυθικές φωνές του θεατρικού κόσμου της χώρας μας. Έτσι γνώρισα την Λαμπέτη, τον Χορν, την Ζαβιτσιάνου, την Χατζηαργύρη, τον Βόκοβιτς, τον Τζόγια και πολλούς από τους θεατρικούς αστέρες της εποχής.
Παράλληλα -και το κυριότερο- με αυτό τον τρόπο, (συμπληρωματικά με την ανάγνωση των εικονογραφημένων κλασσικών) εμυήθηκα στην παγκόσμια (κατά κύριο λόγο) λογοτεχνία (με όλες τις αναπόφευκτες απλουστεύσεις για τις ανάγκες και την οικονομία του ραδιοφωνικού μέσου). Ενός μέσου, που -μεσούσης της Χούντας - γινόταν και ραδιο-φονικό, όταν επρόκειτο για κλασσικά ρώσικα έργα που είχαν αναφορές στη Ρώσικη επανάσταση...

Είχα ξεχάσει όλη αυτή την εμπειρία και πολύ περισσότερο αγνοούσα το γεγονός ότι συνεχίζεται και σήμερα, από το Τρίτο Πρόγραμμα, την Κυριακή το βράδυ... ώσπου, μια παλιά ξεχωριστή και αγαπημένη φίλη (ίσως γνωρίζοντας και την αγάπη μου για τον Κάφκα) με ειδοποίησε ότι στο ¨θέατρο του ραδιοφώνου¨ θα ακουστεί "Η Δίκη".
Έτσι, μετά από μια απολαυστική αθλητική ενημέρωση, την Κυριακή που μας πέρασε, συνέχισα-όπως παλιά- τη θεατρική ακρόαση, που αποτέλεσε και την αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση, αφιερωμένη στην αγαπημένη παιδική μου φίλη Χριστίνα


Το εικονιζόμενο ραδιόφωνο είναι το αυθεντικό, αυτό των παιδικών μου χρόνων.
Η καρικατούρα του Φρ. Κάφκα, ανήκει στον Bernhard Siller.

11/5/09

ο μοναχικος Σαμ


Το να παρακαλουθήσεις μια παράσταση του Πίτερ Μπρούκ είναι μια από τις εξαιρετικές απολαύσεις που μπορεί να προσφέρεις στον εαυτό σου.
Αν μάλιστα η παράσταση αυτή συνδυαστεί και με κείμενα του Σάμιουελ Μπέκετ, τότε η απόλαυση είναι ολοκληρωτική.
Λόγοι ανεξάρτητοι από τη θέλησή μου δεν μου απέτρεψαν να παραβρεθώ στην παράσταση "Fragments" στο θέατρο "Δημήτρης Χορν" το περασμένο διήμερο. 
Όσοι πιστοί, προλαβαίνετε σήμερα και (λόγω μεγάλης ζήτησης) εκτάκτως και αύριο στις 6.30.

Ο Μπέκετ υπήρξε o αγαπημένος μου θεατρικός συγγραφέας μαζί με τον Πιραντέλλο.
Η ματιά αυτού του "ανατόμου της απόγνωσης" πάνω στη ζωή, με συγκινούσε και με γοήτευε ταυτόχρονα. 

Πέρα, όμως από τη γοητεία και την απόλαυση που εισπράττει κανείς από τα κείμενα του, για μένα, το πρόσωπο του μοναχικού Σαμ, το τόσο ασύλληπτα εκφραστικό, υπήρξε ένα μοντέλλο για σπουδές πάνω στο σχέδιο.
Τέλος, να συμπληρώσω, οτι με τον συγγραφέα του "τέλος του παιχνιδιού" ...είχαμε και κάτι κοινό!
Ενα κοινό παιχνίδι, στο οποίο φορέσαμε και οι δύο τη φανέλα του τερματοφύλακα...

3/5/09

ο ανθρωπος που ηθελε να γινει βασιληας



Η κρατική τηλεόραση μετέδωσε χθες αργά μια από τις πιο παραμυθένιες κινηματογραφικές ταινίες. Πρόκειται για το έργο "Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει βασιληάς" του Τζων Χιούστον.
Μια ταινία βασισμένη στο αντίστοιχο μηθιστόρημα του Ρ. Κίπλινγκ, με πρωταγωνιστές δύο από τα ιερά τέρατα του βρεττανικού καστ, τον Σον Κόνερυ και τον Μάϊκλ Κέην. Μαζί τους ο Κρίστοφερ Πλάμερ στο ρόλο του Κίπλινγκ.

Δύο τυχοδιώκτες, πρώην αξιωματικοί του βρεττανικού αποικιοκρατικού στρατού στην Ινδία συνάπτουν μεταξύ τους ένα συμβόλαιο, που τους υποχρεώνει να μεταβούν σε μια απομακρυσμένη περιοχή της Ινδίας, το Καφιριστάν και όποιος από τους δύο τα καταφέρει, να γίνει βασιληάς της εν λόγω περιοχής. Ως μάρτυρα για την εγκυρότητα του πρωτότυπου αυτού συμβολαίου, προτείνουν τον έκπληκτο Κίπλινγκ.

Μετά από απίθανες περιπέτειες οι δύο ήρωες πετυχαίνουν να φτάσουν στο Καφιριστάν, όπ0υ οι ντόπιοι τους υποδέχονται ως μυθικά πρόσωπα, αποτέλεσμα της φήμης που είχαν αποκτήσει μετά από μια σειρά νικηφόρων μαχών που είχαν διεξάγει κατά πολυάριθμων αλλά αδύναμων αντιπάλων.

Εκεί - κάπου στα οροπέδια του σημερινού Κασμίρ - ο Σον Κόνερυ χάρις σε ένα εντελώς τυχαίο γεγονός, που αδυνατούν να ερμηνεύσουν οι ντόπιοι, σώζεται από το θανατηφόρο βέλος ενός αντιπάλου δίνοντας έτσι μεταφυσική διάσταση στο συμβάν και εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα για τον εαυτό του την αναγνώριση του ως Θεϊκή παρουσία.
Απομένει η τυπική στέψη του ως βασιληά, η οποία και θα ολοκληρωθεί μετά την τελετή του γάμου του με την ντόπια εκλεκτή της καρδιάς του. 

Επειδή, όμως, η τύχη παίζει συχνά άσχημο παιχνίδι σε βάρος των θνητών, ένα επίσης τυχαίο γεγονός θα αποκαλύψει την ανθρώπινη φύση του ήρωα, προακαλώντας την έκρηξη οργής των εξαπατημένων υπηκόων του. Οι τελευταίοι, θα αναγκάσουν τον προ ολίγου Θεό τους και παρ' ολίγον βασιληά τους σε άτακτη φυγή εγκλωβίζοντάς τον σε μια αυτοσχέδια κατασκευή που γεφυρώνει ένα τεράστιο βάραθρο μεταξύ δύο πανύψηλων βράχων.
Εκεί, σ' αυτή την αιωρούμενη γέφυρα, ο Σον Κόνερυ διαβλέποντας το αναπόφευκτο τέλος του και φορώντας το στέμμα του βασιληά, αγέρωχος και με περηφάνεια θα αρχίσει να τραγουδά ένα πολεμικό άσμα της πατρίδας του, λίγο πριν οι διώκτες του κόψουν τα σχοινιά της γέφυρας και τον οδηγήσουν έτσι σε μια πτώση χωρίς τελειωμό...

Στην τελευταία σεκάνς του έργου, ο Μάϊκλ Κέην εμφανίζεται ενώπιον του Κίπλνγκ εξιστορώντας του τα συμβάντα και παραδίδοντάς του το κρανίο του "βασιληά" με το στέμμα σφηνωμένο επάνω του. Φεύγοντας, δεν παραλείπει να θυμήσει στο συνομιλητή του ότι ο παρ' ολίγον βασιληάς έπεσε ηρωϊκά και περήφανα μεν, αλλά σε μια πτώση χωρίς τελειωμό!... 
Μια πραγματική καταβαράθρωση...

.................................................................
Η ταινία, προβλήθηκε από την τηλεόραση ακριβώς μετά τη λήξη του Τελικού του Κυπέλλου Ελλάδος.