19/9/08

μια σκοτεινη ιστορια


“Όταν ήταν παιδί – στη σχολική ηλικία – συνήθιζε να περνάει τα καλοκαίρια, μαζί με τον παππού και τη γιαγιά του στο χωριό. Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για οργανωμένο χωριό αλλά ένα μικρό συνοικισμό, που τα σπίτια του μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Εκεί, σ’ ένα γραφικό περιβάλλον (που σώζεται αναλλοίωτο και σήμερα) υπήρχε το καφενείο-ταβέρνα του θείου του, που αποτελούσε προσφιλή σταθμό για τους ταξιδιώτες, που κατευθύνονταν στην πρωτεύουσα του νομού. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε και οι συνθήκες γενικότερα ήσαν πρωτόγονες. Αυτός ήταν κι ένας επιπλέον λόγος να προτιμά το συγκεκριμένο μέρος για διακοπές. Είχε τη μοναδική ευκαιρία να ζεί μέσα στα παιχνίδια (κυρίως αυτά που εξελίσσονταν σε καουμπόϋκες μονομαχίες ή αρχαιοελληνικές εκστρατείες) μια μοναδική ατμόσφαιρα, που την εξασφάλιζε ένα αυθεντικό αγροτικό περιβάλλον, όπου τα άλογα ήσαν διαθέσιμα για πραγματικές ιπποδρομίες…
Ένα βράδυ με πανσέληνο κοιμόταν στρωματσάδα μαζί με τα ξαδέλφια του, στο δωμάτιο του παππού. Μετά από συλλογική απαίτηση των εγγονών, ο παππούς άρχισε να αφηγείται κάποια από τις αγαπημένες του περιπέτειες όταν ήταν στην Αμερική. Η ιστορία περιελάμβανε όλα τα γνωστά (από παλιότερες διηγήσεις) μοτίβα από την ταραχώδη εμπειρία του παππού στα υπερατλάντια εδάφη. Δηλ. μπλεξίματα σε καβγάδες, κυνηγητά από συμμορίες και άλλα παρόμοια, που μπορούσαν να οδηγήσουν την παιδική φαντασία σε αναξέλγκτες περιοχές, όπου η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο… Το συγκεκριμένο βράδυ, η ιστορία περιελάμβανε μια (ακόμη) καταδίωξη του παππού από τη συμμορία της “Μαύρης χειρός”, όπου δεμένος χειροπόδαρα έπρεπε να ομολογήσει (δεν ξέρω τι…) ενώπιον ενός γκάγκστερ, που φορούσε κουκούλα από την οποία διακρίνονταν μόνο δύο βλοσυρά γυαλιστερά μάτια!...
Η αφήγηση, συνήθως, τελείωνε άδοξα και απότομα, πνιγμένη – από κάποιο σημείο και μετά -  μέσα στο ροχαλητό του παππού…
Έτσι έγινε κι εκείνο το βράδυ.
Μόνο που, μέσα το σκοτεινό δωμάτιο, αυτή τη φορά, η ιστορία διεκδικούσε την ολοκλήρωσή της. Δύο μικροσκοπικά φωτάκια, σαν φωτεινά μάτια κάποιου εξωγήινου (ή κάποιου εγκληματία εν προκειμένω) άστραφταν σαδιστικά και απειλητικά μπρος στα παιδικά μάτια. Σαν να επρόκειτο για την εμφάνιση του βασανιστή γκάγκστερ, που απαιτούσε να πάρει – επιτέλους – την απάντησή του… Ο μικρός, μη μπορώντας να αντιδράσει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο αλλά και μη περιμένοντας κάποια βοήθεια από τον παππού ή (τα παραδομένα στην αγκάλη του Μορφέα) ξαδέλφια του, αρκέστηκε να κουκουλωθεί κάτω από το σεντόνι, παραμένοντας ξύπνιος μέχρι το πρωί.
Το πρώτο φως της ημέρας, έδωσε τη λύτρωση (και την απάντηση) στο νυχτερινό εφιάλτη. Τα δύο φωτεινά μάτια ήσαν τα χρυσά κουμπάκια από το πουκάμισο του μικρού, που κρεμασμένο στον τοίχο, δεχόταν το χάϊδεμα από την Αυγουστιάτικη πανσέληνο”.
Αυτή την ιστοριούλα (από την παιδική μου ηλικία) διηγήθηκα προχθές στην κόρη μου, μέσα στα 10 λεπτά που παραμείναμε στο θεοσκότεινο δωμάτιο, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα “να κατεβάσουμε το διακόπτη για 10 λεπτά” , ώστε να αναπνεύσει λίγο ο Πλανήτης μας. Και εμείς μαζί του…  
     

16/9/08

The dark side of the life

8/9/08

περα απο το καλο και το κακο

Ο Σαμ Πέκινπα, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους και ταυτόχρονα από τους πλέον παρεξηγημένους Αμερικανούς σκηνοθέτες.
Ο "Bloody Sam", όπως ήταν το προσωνύμιο που είχε αποκτήσει από το χολιγουντιανό συνάφι του, γεννήθηκε το 1925 στην Καλιφόρνια.
Στην πραγματικότητα ο Πέκινπα φύτρωσε σε κάποια ινδιάνικα παρθένα δάση.

Ξεκίνησε από την τηλεόραση. Κι ενώ η πορεία του σημείωνε διαρκή πρόοδο, εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στη μεγάλη του αγάπη, τον κινηματογράφο.
Σκηνοθέτησε αρκετές ταινίες, μερικές από τις οποίες έγιναν μεγάλες (και εμπορικές) επιτυχίες.

Ο Πέκινπα αφιέρωσε την καριέρα του στην απεικόνηση και το σχολιασμό της βίας. 
Ο "ποιητής της βίας", όμως, πάνω απ' όλα ενδιαφέρθηκε για τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων.
Και όχι μόνο.
Υπήρξε ο μοναδικός σκηνοθέτης, στις ταινίες του οποίου θριαμβεύει, τελικά, το "κακό"...
Ίσως το γεγονός ότι στις φλέβες του έτρεχε ινδιάνικο αίμα, να είχε κάποια συμμετοχή στην προσωπική οπτική με την οποία απέδιδε την δικαιοσύνη για τους ήρωές του.
Ο βίαιος και πρωτόγονος καλλιτέχνης, υπήρξε ένας επαναστάτης που βρέθηκε σε μόνιμη σύγκρουση με τους παραγωγούς του Χόλιγουντ, θεωρήθηκε "καταραμένος'' και εξοστρακίστηκε για μεγάλο διάστημα.

Η έννοια της δικαιοσύνης (για τον Πέκινπα) ήταν πάντα εξωθεσμική υπόθεση. Το βλέπουμε, τόσο στην εμπορική επιτυχία του "Getaway", όσο και (με διαφορετικό τρόπο) στο "Κομβόϊ".
Στις ταινίες του, τίθενται σε δοκιμασία η φιλία (και ειδικότερα η ανδρική φιλία, που για τον σκηνοθέτη αποτελεί ύψιστη αρετή) και ο έρωτας (η πίστη σ΄αυτόν και στην απορρέουσα σχέση του ζευγαριού). Και όλα αυτά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα μελαγχολικού ρομαντισμού, όπου τελικά εμφανίζεται και επικρατεί η βία, ωμή και ταυτόχρονα ελεγειακή.
Ποιός να ξεχάσει το κομμένο κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία να περιφέρεται μέσα σε μια σακούλα σ' όλη τη διάρκεια της ομώνυμης ταινίας, αναζητώντας τον παραλήπτη του...
Σταθερό μοτίβο στις ταινίες του Πέκινπα είναι η τακτοποίηση των λογαριασμών του παρελθόντος, το αντιηρωικό ιδεώδες και, τελικά, ο θάνατος... 

Μέσα στο όλο σκηνικό, ο ινδιάνος με το βίαιο ταπεραμέντο, διαπραγματεύεται (σχεδόν πάντα) το έγκλημα του βιασμού. Με ένα τελείως προσωπικό τρόπο, που πέρα από την ωμότητα των σκηνών ("Αδέσποτα σκυλιά") αφήνει περιθώρια για σχόλια και παρεξηγήσεις (ως προς την οικειοθελή παράδοση της γυναίκας, από ένα σημείο και μετά...). Είναι το σημείο, που ο (φιλήσυχος) άνδρας του θύματος θα πάρει το νόμο στα χέρια του και με εκρηκτικό τρόπο θα αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι...

Ο Σαμ Πέκινπα καθιερώθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα με την μνημειώδη ταινία του "Άγρια Συμμορία" (1969). Μια ταινία που φιγουράρει ανάμεσα στις κορυφαίες, όλων των εποχών.

Αυτή η ταινία, ορθότερα, ο τίτλος της, μου έρχεται στο μυαλό, παρακολουθώντας πολλές φορές στα κανάλια, τα δελτία των ειδήσεων...
  

1/9/08

γουρνοπούλα και θέαμα

Στην ορεινή κωμόπολη που πέρασα τα σχολικά μου χρόνια, την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου, στις 23, γινόταν ένα μεγάλο τριήμερο πανηγύρι.
Σαν παιδιά, το περιμέναμε ανυπόμονα όλη τη χρονιά.
Ο λόγος ήταν απλός. Μαζί με τα εμπορεύματα που εκτίθεντο σε αυτοσχέδιες σκηνές, στηνόταν και ένα υποτυπώδες λούνα-παρκ αποτελούμενο από "κούνιες", "αλογάκια" (γαλλιστί: carousel) και ποδοσφαιράκια...
Ανάλογα με την ηλικία λοιπόν, υπήρχε χώρος για διασκέδαση κάθε γούστου.

Για τους μεγάλους, εκτός από τις εμπορικές συναλλαγές, προσφερόταν μια μοναδική ευκαιρία για γλέντι και κρασοκατάνυξη συνοδευόμενη από την μοναδική ψητή γουρνοπούλα που είχε την τιμητική της, εκτεθειμένη σε τεράστιους πάγκους με αντίστοιχο φωτισμό... 

Την όλη ατμόσφαιρα συμπλήρωνε και μια ζωοπανήγυρις κυρίως από μουλάρια και γαϊδούρια...

Από όλο αυτό το σκηνικό, που θα μπορούσε να χωρέσει σε ταινία του Φελλίνι ή του Κουστουρίτσα (ανάλογα), δεν έλειπαν και οι διάφοροι θαυματοποιοί, οι "κομένες ομιλούσες κεφαλές'', οι φακίρηδες και ταχυδακτυλουργοί και τέλος οι μάντεις, αυτοί που προέβλεπαν το (πάντα καλύτερο) μέλλον...

Το πανηγύρι, συνεχίζεται και επί των ημερών μας. Δεν γνωρίζω τις αλλαγές που πιθανόν έχουν συντελεστεί, δεδομένου ότι έχω πολλά χρόνια να παραβρεθώ.

............................................

Σε λίγες μέρες, αρχίζει στη Θεσσαλονίκη η ομώνυμη Διεθνής Έκθεση. 
Θα καταφθάσει πλήθος εκλεκτών, επισκεπτών και κυβερνητικών αξιωματούχων. Θα γίνουν εξαγγελίες και θα δοθούν υποσχέσεις για την επίλυση των (λίγων ανεπίλυτων) οικονομικών - κυρίως - προβλημάτων της κοινωνίας μας.
Παλαιότερα προσφερόταν άφθονη μαύρη μπύρα, μαλλί της γριάς και ατελείωτη ποσότητα παγωτού.
Σήμερα, οι εκδηλώσεις της ΔΕΘ, χαρακτηρίζοντα από μια διακριτική λιτότητα (σε σχέση με το παρελθόν) και έχουν περιοριστεί σε μία μόνο εβδομάδα, αντί των τριών παλαιότερα.
Το πολύ- πολύ να αποκαλυφθούν τα μεγάλα έργα της νέας παραλίας και να δοθούν - επιτέλους - προς χρήση, στους ανυπόμονους δημότες... 

29/8/08

ΟΛΑΡΙΑ, ΟΛΑΡΑ...




Για το Διονύσση Σαββόπουλο, μου μίλησε πρώτη φορά η αδελφή μου.
Σπούδαζε στη Νομική Θεσσαλονίκης και τον έβλεπε να κάθεται με τις ώρες, στο καφενείο
"Άλφα" στη γωνία των οδών Πρίγκιπος Νικολάου και Βασ. Σοφίας (Αλεξ Σβώλλου και Εθνικής αμύνης, αντίστοιχα, σήμερα). Λίγο πιο κάτω βρισκόταν το 2ο Γυμνάσιο Θηλέων. 
Καθόταν με το τριμένο του κοτλέ πανταλόνι, παρατηρώντας τις μαθήτριες και γρατζουνώντας την κιθάρα του, πάνω στο ρυθμό του τραγουδιού "Τα κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δυό".
Μου έμαθε μάλιστα και τα λόγια από τη "Συννεφούλα", που αποτελούσε τη μεγάλη του επιτυχία και που μπορούσε να την ακούσει κανείς και από το κρατικό ραδιόφωνο (παραδόξως, για τα αισθητικά standards της χούντας).
Τα χρόνια πέρασαν, ο Σαββόπουλος άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστός και να κατακτά το μουσικό στερέωμα της ελληνικής παραγωγής συμπληρώνοντας τη δισκογραφία του και με τον δεύτερο δίσκο (μετά το "Φορτηγό"), "Το περιβόλι του τρελλού".
Μάρτιος του 1971. Κυκλοφορεί ο "Μπάλλος". Ένα έργο-σταθμός στη σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή. Τόσο το περιεχόμενο, όσο - κυρίως - η μουσική σύνθεση (ιδιαίτερα του ομώνυμου κομματιού) αποτελούν καινοτομία για τα ελληνικά δεδομένα και μια εντελώς πρωτότυπη μουσική έκφραση με στοιχεία ροκ και παραδοσιακής ελληνικής μουσικής.
Δεκέμβριος 1972. Ο Νιόνιος ξαναχτυπά. Αυτή τη φορά με το κορυφαίο έργο του, "Το βρώμικο ψωμί".
Ο Σαββόπουλος της ωριμότητας, πουλάει αστείρευτη τρέλλα μέσα στο καταχείμωνο της χούντας!
Παράλληλα, αρχίζουν οι παραστάσεις στο "Κύτταρο", όπου και γίνεται χαμός.... Ο Νιόνιος αναδεικνύεται σε σύμβολο και εγώ γίνομαι ένας από τους φανατικούς οπαδούς του.
Ζωγραφίζω στα εξώφυλλα των βιβλίων και τετραδίων μου τη φάτσα του - σε διάφορες εκδοχές - και κυκλοφορώ τη σχολική μου τσάντα, έχοντας στη μια πλευρά μια σύνθεση με το πρόσωπό του και στίχους του. (Στην άλλη πλευρά φιγουράρει ο Δικέφαλος Αετός..).
Για τις παραστάσεις στο "Κύτταρο", γινόταν εβδομαδιαίος προγραμματισμός. Τόσο για να συγκεντρωθεί το αντίτιμο της εισόδου, όσο και για να προγραμματιστεί η κοπάνα από το φροντιστήριο. Τελικά, την πλήρωνε πάντα η στερεομετρία (τελευταία ώρα).
'Ετσι, όλη η παρέα (με την Πένυ, το Γιώργο, τον Νίκο, τη Ροδοστάλη, τον Καλικράτη, τον Γιάννη, το Βάϊο, ......) έπαιρνε θέση στο πατάρι από νωρίς.
Μια γεύση για το τι επακολουθούσε, περιγράφεται μέσα από το σχετικό video που ψάρεψα στο you tube.
Η πραγματικότητα, όμως είναι δύσκολο να εγκλωβιστεί στο χώρο μιας ανάρτησης σαν τη σημερινή.
Η συμμετοχή, τα συναισθήματα, τα βιώματα, η όλη ατμόσφαιρα ξεφεύγουν από τις δυνατότητες μιας περιγραφικής μεταφοράς και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια...
Ο Διονύσης έβγαλε και άλλους δίσκους. Η πορεία του, συνεχώς ανιούσα, απογειώθηκε κάποια στιγμή, έγινε ακόμα πιο μαζικός, ακούμπησε τα χείλη χιλιάδων θαυμαστών του, μικρών και μεγάλων, γέμισε τεράστια στάδια, περιόδευσε σ' ολόκληρη την Ελλάδα, έγινε πρωτοσέλιδο πολλές φορές, σχολιάστηκαν ποικιλοτρόπως οι διάφορες επιλογές του και οι θέσεις του.
Πέρασε με λίγα λόγια στην Ιστορία.
Παρακολούθησα, από μια σχετική απόσταση όλη αυτή την εκτόξευση στην (και διεθνή) επιτυχία...
Τον συνάντησα κάποια φορά σε μια παρέα. Ήθελα να του πολλά. Δεν είπα απολύτως τίποτα.
Αυτά (τα παραπάνω) σκεφτόμουν προχθές το βράδυ, φεύγοντας από μια συναυλία του (με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου), στο Φράγμα της Θέρμης, στη Θεσσαλονίκη. Και για μια ακόμη φορά όταν με ρώτησαν, πώς ήταν η συναυλία, δεν είπα απολύτως τίποτα...

Σημείωση: Δημοσιεύοντας την ανάρτηση, διαπιστώνω ότι από μια ιδοτροπία του Mac δεν τηρείται σωστά ο συλλαβισμός. Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι' αυτό.

25/8/08

BARCA, BARCA HOLA!...



Με την Ισπανία με συνδέουν ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί..
Παρ' ολίγον, δεσμοί (κυριολεκτικά) ...αίματος, αν θυμηθούμε  την εμπειρία του Σ.Σ. της Μαδρίτης το '79... 

Φέτος, αποφασίσαμε να επισκεφτούμε τη Βαρκελώνη. 
Η διαφορά (προς το καλύτερο) μεταξύ της μετά Ολυμπιακούς αγώνες (1992) πόλης και της προηγούμενης εικόνας που είχα, ήταν εμφανής!
Η "πόλη με την πλάτη στη θάλασσα" (όπως λένε οι γνωρίζοντες), παραμένει μια μαγική εμπειρία για τον επισκέπτη. Και υπήρχαν πολυάριθμοι, από όλα τα μέρη της γης.

Οι Καταλανοί δεν θέλουν να έχουν μεγάλη σχέση με τους υπόλοιπους Ισπανούς.
Και μάλλον, πράγματι δεν την έχουν... 
Η αντιπαλότητα (ορθότερα, το μίσος) που έχουν για τους Μαδριλένους, είναι γνωστό και ιστορικά απόλυτα δικαιολογημένο.

Η πόλη είναι ένας απέραντος θησαυρός εντυπώσεων.
Με μνημεία, με παραστάσεις, με ζωή...
Θα αφήσω να μιλήσουν οι εικόνες (και τα σχόλια που τις συνοδεύουν)...








7/8/08

ενα κουδουνισμα απο το παρελθον



Συνόδεψε για έξι ολόκληρα χρόνια τα σχολικά μου πρωινά. Για την ακρίβεια, η μέρα ξεκινούσε απ’ αυτό, αφού η θορυβώδης παρουσία του απαιτούσε, χωρίς διαπραγματεύσεις, την άμεση έγερση και προετοιμασία για το σχολείο.
Ήταν ένας ήχος τόσο εκκωφαντικός, που ακόμα και σήμερα – πολλά χρόνια μετά την τελευταία σιγή του – κουδουνίζει στ’ αυτιά μου…
Η ηχώ του πλημμύριζε το δωμάτιο ενώ φαντάζομαι ότι θα ακουγόταν και έξω από το σπίτι, στο δρόμο της επαρχιακής κωμόπολης όπου ζούσαμε.
Τις Κυριακές είχε αργία, αφού το αντικαθιστούσε επάξια η καμπάνα του Αη Γιάννη συνεπικουρούμενη από τις μητρικές εντολές για “να πάμε στη λειτουργία”….
Κάποια στιγμή ο πατέρας μας δεν άντεξε και ανοίγοντάς το τοποθέτησε ένα κομάτι λευκοπλαστ (φαρμακευτικό μάλιστα, για μεγαλύτερη, υποθέτω, αποτελεσματικότητα!) στο εσωτερικό του, ώστε η ηχώ να περιοριστεί μέσα από την απορρόφηση από το ξένο σώμα…
Πράγματι, το κουδούνισμά του έγινε πιο ανθρώπινο, ώσπου να πάψει οριστικά και απρόσμενα κάποια στιγμή όταν και εξάντλησε, τις ώρες λειτουργίας του.
Σήμερα που το βλέπω κι ενώ ηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, προσέχω κάποιες μικροφθορές πάνω του, που προσπαθώ να αποκαταστήσω. Παράλληλα, διασκεδάζω με το γεγονός ότι εξακολουθεί να δείχνει δυο φορές τη μέρα τη σωστή ώρα...
Αυτή είναι η μικρή ιστορία για το ξυπνητήρι, που αγόρασαν οι γονείς μου πριν από 52 χρόνια, σαν σήμερα, την ημέρα δηλαδή που γεννήθηκα.

Σημ.: Αναγκάστηκα να δημοσιεύσω ετεροχρονισμένα κατά πέντε μέρες τη σημερινή ανάρτηση, αφού την ημέρα των γεννεθλίων μου θα βρίσκομαι λίγο μακριά.
Να περνάτε καλά και εις το επανιδείν σε λίγες μέρες.

28/7/08

καιρος ηταν...



Η ιδέα ήταν της γυναίκας μου.
- Πόσο καιρό έχουμε να κάνουμε κάμπινγκ. Να κοιμηθούμε και να ξυπνήσουμε δίπλα στο κύμα..
- Κάπου δεκαπέντε χρόνια!
Καιρός ήταν.
Κατεβάσαμε το - ταλαιπωρημένο - αντίσκηνο, πήραμε υπνόσακους, ψυγειάκι και όλα τα σχετικά και κατευθυνθήκαμε (πάντα) στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής.
Για Παρασκευή απόγευμα, ο κόσμος ήταν λίγος, συγκεντρωμένος, κυρίως, γύρω από το ¨Έθνικ".
Αρχίσαμε την προσπάθεια για να στήσουμε το αντίσκηνο... Δίπλα μας ένα ζευγάρι νέων. Οι κινήσεις μας έδειχναν πανηγυρικά ότι είχαμε πολλά χρόνια να ασχοληθούμε με το σπορ.
Ο νεαρός μας πλησίασε και ευγενικά μας ρώτησε αν θέλουμε βοήθεια. Τη δεχτήκαμε με ανακούφιση και το αποτέλεσμα δεν άργησε να φανεί....

Σε όλη τη διάρκεια της προσπάθειας, ο νεαρός μας μιλούσε στον πληθυντικό, κάτι που μου έφερε στη μνήμη ένα περιστατικό του περασμένου χειμώνα. Είχαμε πάει να παρακολουθήσουμε ένα ροκ συγκρότημα, τους Unisex, από τη Σουηδία. Κάποια στιγμή, κι ενώ βρισκόμαστε στον περιβάλλοντα χώρο, μας πλησίασαν δύο νεαροί έφηβοι.
- Μήπως ξέρετε πού είναι οι Unisex;
- Ακολούθησέ μας...εκεί πηγαίνουμε κι εμείς.
- Μα...συγνώμη.. δεν είστε..κάπως μεγάλοι για μια τέτοια συναυλία;
Κλείνει η παρένθεση.

Ευχαριστήσαμε το νεαρό για την πολύτιμη βοήθειά του και αρχίσαμε να απολαμβάνουμε τον απογευματινό ήλιο και την υπέροχη θάλασσα.
Η μουσική από το "Εθνικ" κατάλληλη για την περίσταση και σε αρμονία με το νεανικό πληθυσμό που κυριαρχούσε.
Το σούρουπο γοητευτικό και το βράδυ ακόμα καλύτερο.
Την επομένη άρχισε η ομαδική προσέλευση των εκδρομέων.
Τα μαζέψαμε (πολύ πιο εύκολα αυτή τη φορά) και γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη, αφού κάναμε το καθιερωμένο "προσκύνημα" στον Άγιο Πρόδρομο, για μερικά σουβλάκια...

Ήταν μια θαυμάσια εκδρομούλα - στοίχημα, που θα θέλαμε να επαναλάβουμε.



22/7/08

o tempora o mores


Φτάσαμε αργά το απόγευμα στη Σαντορίνη. Όπως το συνηθίζαμε, χρόνια τώρα, κατευθυνθήκαμε στην Οία. Μόλις που προλαβαίναμε το ηλιοβασίλεμα (γνωστή ατραξιόν για τους τουρίστες, που στριμώχνονται κοντά στη βίλα του Νομικού για να το απολαύσουν...).
Περιμέναμε να φύγουν και οι τελευταίοι. Ρίξαμε μια ματιά "αφ' υψηλού" στις στέγες των υπόσκαφων σπιτιών και στη συνέχεια ρίξαμε ένα υπνόσακο...
Η ταράτσα στην οποία προσγειώθηκε θα ήταν και το κατάλυμά μας για εκείνο το βράδυ.
Την επομένη κατηφορίσαμε για το Καμάρι. Στήσαμε το αντίσκηνό μας στη σειρά με τα ήδη υπάρχοντα, κάτω από τα τελευταία αρμυρίκια και βουτήξαμε.
Το βράδυ έφτασε μια καινούργια παρέα, αρκετά θορυβώδης. Αναγνώρισα τον σκηνοθέτη Δημήτρη Αρβανίτη και τον μουσικό Τζώνυ Βαβούρα. Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά, βγήκαν οι κιθάρες και το γλέντι κράτησε μέχρι την αυγή. Όταν επιστρέψαμε στις σκηνές μας, τις βρήκαμε κατεστραμένες και τρυπημένες από το βιτριόλι που είχαν ρίξει - όπως μάθαμε - οι ντόπιοι. Οι τελευταίοι, δεν ήθελαν το ελεύθερο κάμπινγκ (για προφανείς λόγους) αλλά δεν γούσταραν και τις φάτσες μας..
Στην αστυνομία που απευθυνθήκαμε (αφού κράτησαν τα στοιχεία μας), μας ενημέρωσαν ότι το ελεύθερο κάμπινγκ ήταν παράνομο! Απτόητοι συνεχίσαμε τις διακοπές μας σε άλλες παραλίες (από τις ελάχιστες που διαθέτει το πανέμορφο νησί), παίζοντας κλεφτοπόλεμο με τους μπάτσους...
Αυτά συνέβαιναν στα τέλη της δεκαετίας του '70...

Φέτος, ξεκινήσαμε την πρώτη φάση των (οικογενειακών) διακοπών μας. Μετά από χρόνια, επιστρέψαμε σε γνώριμο περιβάλλον, στην περιοχή της Καβάλας.
Το λιμανάκι της Ηρακλείτσας, προσπαθεί να διασώσει (ανεπιτυχώς) κάτι από τη γραφικότητα του παρελθόντος. Η παραλία, όμως, είναι κυριολεκτικά αγνώριστη, υποταγμένη στις απαιτήσεις της σύγχρονης διασκέδασης, όπου ο μουσικός αχταρμάς επιβάλλεται - μέσω της κυριαρχίας των ντεσιμπελ - ισοπεδώνοντας κάθε προσπάθεια για αποτελεσματική χαλάρωση.
Ξαπλώσαμε στις ξαπλώστρες, παραγγείλαμε το φρεντο, φορέσαμε τις αντηλιακές κρέμες και το i-pod και ανοίξαμε από ένα βιβλίο...
Παρ΄ ότι είμαστε "πρώτο τραπέζι στο κύμα", μια ατέλειωτη παρέλαση από πωλητές λουκουμάδων, CDs, ζωγραφικών πινάκων (πού είστε καλλιτέχνιδες συνblogers!!;;;), και (imitation) σχεδιαστών tattoo έκανε την εμφάνισή της καθημερινά.
Η κόρη μας έκανε ένα tattoo (με χένα) στο μπράτσο. Το θέμα: ένας "λαμπερός" ήλιος by Fornasetti, που ο συμπαθής Κινέζος χρειάστηκε πολλές προσπάθειες για να το ολοκληρώσει.
Εγώ διάλεξα ένα Δικέφαλο Αετό, με τον αριθμό 21, αλλά στη συνέχεια ακύρωσα την παραγγελία. Υποσυνείδητα, το άφησα, όπως και η γυναίκα μου, για αργότερα, στα χέρια των επαγγελματιών tattoo designers (ξέρουν αυτοί...), μάλλον κατά το Σεπτέμβριο (αν είμαστε καλά).
Η θάλασσα ήταν υπέροχη! Μας αποζημίωσε όλες τις μέρες. Όπως επίσης και η μικρή ψαροταβέρνα. Η παρέα των φίλων μας, τέλος, συμπλήρωσε την όλη (μάλλον θετική) εικόνα.
Αυτά συνέβησαν φέτος, το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου...


Δυο άσχετες παρατηρήσεις:
1. Ο φίλος μου ο Γιάννης μου θύμισε ότι ο υπεραιωνόβιος παππούς του λεγόταν Αχιλλέας και όχι Διονύσης.
2. Γνωρίζω ότι όσοι με διαβάζετε από pc βλέπετε σε ορισμένους τίτλους το τελικό σίγμα "ς"  σαν σίγμα πεζό "σ". 
Ο λόγος είναι ότι χρησιμοποιώ Mac και προφανώς προκύπτει κάποιο δομικό πρόβλημα, που αδυνατώ να διορθώσω.

9/7/08

μικρες καλοκαιρινες απουσιες



Θα μου λείψετε για λίγες μέρες...
Να περνάτε καλά...