1/4/10

8/3/10

αρωμα γυναικας


Από την εποχή των πρωτοπλάστων (αν δεχτούμε την ύπαρξη του συγκεκριμένου ζεύγους, σαν υπόθεση εργασίας) η συμβίωση των δύο φύλων χαρακτηρίζεται από ένα αμοιβαίο ετεροκαθορισμό, που συνήθως λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με απρόβλεπτες συνέπειες και για τα δύο μέρη. H πορεία των δύο φύλων μέσα στην ιστορία, είναι σημαδεμένη από την προσπάθεια να αυτοπροσδιοριστούν δραπετεύοντας (για λίγο) από το βασανιστικό καθεστώς της αλληλεξάρτησης και της αγωνιώδους ανάγκης για συνύπαρξη. Η παγκόσμια λογοτεχνία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων, η καθημερινή εμπειρία τροφοδοτεί διαρκώς (και προκλητικά) τα μέσα ενημέρωσης, και το ντιβάνι των ψυχαναλυτών διατηρεί μια μόνιμη υγρασία από το θρήνο χιλιάδων απελπισμένων που προσπάθησαν επί ματαίω...

Αν, ωστόσο, η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση είναι ζωτικής σημασίας, άλλο τόσο είναι αδιανόητη (για τους πολλούς) η προοπτική της μοναχικής πορείας, πέρα και έξω από τη σχέση με το άλλο φύλο.
Ο άνθρωπος φαίνεται ότι πορεύεται κατά ζεύγη. Συνειδητά ή ασυνείδητα, βραχυχρόνια ή ισοβίως, υπό καθεστώς νομιμότητας ή παρανομίας, αυτό που καθορίζει τη συμπεριφορά του είναι η αναζήτηση και η πραγμάτωση μιας σχέσης με το άλλο φύλο. Σ’ αυτή την αναζήτηση, το πάθος, συνήθως, αποτελεί το εφαλτήριο.
Το πάθος που “ζει με την καρδιά, και μόνο η καρδιά έχει σχέση με τη ζωή και τον κίνδυνό της. Όχι η νομοθετημένη από τις απαγορεύσεις νοημοσύνη”.
Το πάθος αποτελεί την υποχρεωτική θητεία του ανθρώπου στον πόνο. Την πλέον λαμπρή παρουσία του, το πάθος, την πραγματοποιεί μέσω του έρωτα. Και όπως σημειώνει ο Κωστής Παπαγιώργης “υπάρχουν δύο τρόποι να ζεις τον έρωτα. Οι λίγοι έχουν ξεχωριστή μοίρα (γιατί ξέρουν να καταστρέφονται). Οι πολλοί βουλιάζουν στην ομοιότητα (σαν μυστικό που κοινολογείται για να ξεθυμάνει)".
Mε όποιον τρόπο κι αν βιώσουμε τον έρωτα, προαπαιτούμενη είναι η ύπαρξη ενός αντικειμένου της ερωτικής μας επιθυμίας.

Μιλώντας από την πλευρά των ανδρών, αυτό το ερωτικό αντικείμενο του πόθου, ακούει στο όνομα γυναίκα.

Σ’ αυτό το προνομιούχο πλάσμα, που, κατά τον Lacan, είναι βυθισμένο στην απόλαυση (έναντι του άνδρα που είναι καταδικασμένος να επιθυμεί).
Σ’ αυτή την προικισμένη από τη φύση με το προνόμιο της αθανασίας (μέσω της τεκνοποίησης) παρουσία.
Στην μητέρα, την σύζυγο, την κόρη, την αδελφή, την φίλη, την ερωμένη....
Στην γυναίκα, όπου γης...
Σ’ αυτήν, αφιερώνεται η σημερινή ανάρτηση (με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας προς τιμήν της).

Και, βέβαια, ιδιαιτέρως, στις κυρίες της παρέας μας...

6/2/10




Το κοινό χαρακτηριστικό των επετείων είναι η απουσία ουσιαστικού λόγου ύπαρξής τους. Η επέτειος εδράζεται μεν στην ανάκληση και επαναφορά κάποιου γεγονότος στοχεύει όμως στη δημοσιοποίηση του σ’ ένα κοινό έξω και πέρα από τον ιδιωτικό χώρο του υποκειμένου. Είναι, κατά συνέπεια, (ακριβώς λόγω του δημόσιου χαρακτήρα της) ασύμβατη με το θεμελιώδες χαρακτηριστικό κάθε ανάμνησης, που συγκεκριμενοποιείται και μετουσιώνεται στο πεδίο της απόλυτης ιδωτικότητας.
Όλοι ξέρουμε ότι με την ανάκληση δεν επαναφέρουμε το παρελθόν του κόσμου, το παρελθόν των ανθρώπων γύρω μας, αλλά μόνο το δικό μας παρελθόν. Εφόσον κάθε παρελθόν είναι διαρρεύσαν παρόν, αυτό που επανέρχεται μόνο δικό μας παρόν μπορεί να είναι.
Το παρόν, όμως, μόνο ως διφυής δυναμισμός βιώνεται και ποτέ ως ενότητα. Είναι το σημείο τριβής παρελθόντος-μέλλοντος.
Ο άνθρωπος επινόησε την «επέτειο» για να γεφυρώσει προληπτικά το κενό που μπορεί να προκύψει από την προδοσία της μνήμης. Ορθότερα, από την λιποταξία της ανάμνησης, αφού η μνήμη μεν γράφει αλλά η ανάμνηση διαβάζει τα γεγραμμένα.
Ποιό είναι όμως αυτό το κενό; Είναι η λύση της συνέχειας στην τριμερή διαδοχικότητα του χρόνου, εκεί, όπου το μέλλον αναμένεται χωρίς να υφίσταται, το παρόν είναι και ταυτόχρονα δεν είναι, το δε παρελθόν αποτελεί «ένα κοιμήτηριο από διαφυγόντα και ανεπίστροφα παρόντα».
Η επέτειος λειτουργεί προσχηματικά και εν μέρει εκβιαστικά προς την κατεύθυνση της αποδοχής και εξιδανίκευσης του γεγονότος, αφού είναι γνωστή η ωραιοποιητική δύναμη του χρόνου, μια δύναμη που συνυπάρχει με το ερώτημα αν θυμόμαστε όντως το ίδιο το γεγονός ή το πάθος που το προκάλεσε.
Αν θέλαμε να αποδώσουμε σχηματικά τον τρόπο με τον οποίο η κάθε επέτειος διεκδικεί την (περιοδική) της παρουσία, θα καταλήγαμε στο τρίπτυχο: Η επέτειος αναζητά συνενοχή. Εκλιπαρεί συμμετοχή. Αγωνιά για αμοιβαιότητα.
Αυτές τις σκέψεις έκανα, συμπληρώνοντας σήμερα 2 χρόνια στη "μπλογκόσφαιρα"....
Σημ.: Η σύνθεση που συνοδεύει την ανάρτηση αφιερώνεται στην "Anepidoti" , που με λύπη διάβασα την αποχώρησή της από την παρέα μας.

8/1/10

στο περασμα του χρονου

Η τυχαία και άσκοπη περιπλάνηση, υπήρξε για κάποιους μεγάλους σκηνοθέτες το προσφιλές θέμα, πάνω στο οποίο έχτισαν με μοναδικό, αριστοτεχνικό τρόπο εξαιρετικά κινηματογραφικά δοκίμια για την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου και τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα. Οι μοναχικοί ήρωες των ταινιών αυτών (road movies) κινούνται σε έρημες, συνήθως, περιοχές, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, με ελάχιστο προσωπικό εξοπλισμό, απροστάτευτοι και εκτεθειμένοι σε άγνωστες (σ' αυτούς) συνθήκες, πολλές φορές αντίξοες και αφιλόξενες. Περιφέρονται συνήθως με κάποιο όχημα σαν απαθείς παρατηρητές, είναι φειδωλοί στα λόγια τους και σπάνια συνάπτουν κάποια σχέση, μέσα στην οποία περιφρουρούν με αυστηρότητα την αυτονομία τους και τον δικό τους ζωτικό χώρο.
Είναι οι ήρωες του Μικελάντζελο Αντονιόνι, του Βιμ Βέντερς, του Τζιμ Τζάρμους.

Το "King of the road" είναι ταινία του 1975, από τις πρώτες παραγωγές του Βιμ Βέντερς, της πρώιμης γερμανικής εποχής του (μαζί με την "Αγωνία του τερματοφύλακα στο πέναλτι", την "Αλίκη στις πόλεις" και τη "Λάθος κίνηση"). Η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο "Στο πέρασμα του χρόνου" υιοθετώντας την γαλλική εκδοχή ("Au fil du temps"), που νομίζω ότι είναι και πιο συνεπής με το περιεχόμενο του έργου.
Οι δύο βασικοί ήρωες συναντώνται τυχαία και ξεκινούν μια περιπλάνηση χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό (κάποιες επαγγελματικές υποχρεώσεις του ενός εξ αυτών λειτουργούν μάλλον προσχηματικά) παραδομένοι στην τυχαία εξέλιξη των γεγονότων. Στη διάρκεια του ταξιδιού τους, με τρόπο λιτό και αυστηρό, που δεν του λείπει ωστόσο το χιούμορ, προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο μέσα από αμοιβαίες εξομολογήσεις συνθέτοντας έτσι ένα φιλικό ζευγάρι με χαλαρούς, βέβαια, δεσμούς.
Η συνύπαρξη τους χαρακτηρίζεται από μια ψύχραιμη υπαρξιακή αγωνία, που οφείλεται περισσότερο στο τραυματικό παρελθόν τους (αδυναμία υπέρβασης οικογενειακών αρχετύπων, αποτυχία στην επικοινωνία με τις γυναίκες) και λιγότερο στο αβέβαιο μέλλον τους.
Η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου είναι εμφανής και αποτελεί τον καμβά της περιπέτειας που βιώνεται -από την πλευρά τους- περισσότερο σαν ένα παιχνίδι παρά σαν μια εμπειρία που εμπνέει ανησυχία. Οι κινήσεις τους δείχνουν ότι απολαμβάνουν το εφήμερο αγνοώντας προκλητικά οποιαδήποτε αγωνία για το μέλλον.
Στο τέλος, με ένα τρόπο απλό, φυσικό και χωρίς συναισθηματικές φορτίσεις αποχωρίζονται τραβώντας ο καθένας το μοναχικό δρόμο του, μελαγχολικά χαμογελαστοί και, μάλλον, αισιόδοξοι...


Τη συγκεκριμένη ταινία διάλεξε να δω χθες βράδυ, ως αντίδοτο, αμέσως μετά το βραδινό δελτίο ειδήσεων των καναλιών, όπου κυριαρχούσαν οι "τρέντι" φιγούρες των τεχνοκρατών ελεγκτών των Βρυξελλών, που μετέφεραν στις δερμάτινες αποσκευές τους το "σχέδιο σωτηρίας" της χώρας μας για την έξοδο από την οικονομική κρίση και την αποκατάσταση της ψυχικής (και υπαρξιακής) μας ισορροπίας.

22/12/09

χρονια πολλα

16/12/09

μια σοκολατενια ιστορια


Παραμονές Χριστουγέννων στα τέλη της δεκαετίας του '70.
Ο Λεωνίδας έμενε σ' ένα studio, στο δεύτερο όροφο μιας παριζιάνικης οικοδομής. Ολοκλήρωνε τη διαδακτορική του διατριβή στην Ιστορία, επεκτείνοντας παράλληλα την ερευνητική του δραστηριότητα στις νυχτερινές απολαύσεις, που προσέφερε αφειδώς η ευρωπαϊκή μεγαλούπολη.
Τις σπάνιες φορές, που δεν εξορμούσε προς αναζήτηση του ωραίου φύλου σε κάποιο μπαράκι, φρόντιζε να καλεί την παρέα σε κατ΄οίκον διασκέδαση.
Αυτό είχε συμβεί και το συγκεκριμένο βραδινό, όπου, με τη βοήθεια μιας νταμιζάνας ρακής (από την ιδιαίτερη πατρίδα του) η κατάσταση άρχισε να εκτραχύνεται.
Αφού εξαντλήθηκε όλο το προβλεπόμενο ρεπερτόριο από άσματα, ανέκδοτα και μεγαλόφωνες διηγήσεις (ερωτικών) ιστοριών, κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να καβαλήσει μια καρέκλα και να αρχίσει να καλπάζει μέσα στο δωμάτιο, όσο αυτό ήταν χωρικά εφικτό.
Κάποια στιγμή, προς τα ξημερώματα, το πάρτυ ετελείωσε, η παρέα αποχώρησε και ο Λεωνίδας ετοιμάστηκε (εννοείται χωρίς λεπτό ξεκούρασης) να συνεχίσει το συστηματικό, ημερήσιο πρόγραμμά του, δηλ. παραδόσεις, βιβλιοθήκη, επίσκεψη στον επιβλέποντα καθηγητή του, κτλπ...
Μπαίνοντας στο ασανσέρ βρέθηκε απέναντι στον ενοικιαστή του πρώτου ορόφου, οικογενειάρχη Γάλλο με ένα μικρό παιδάκι, νηπιακής ηλικίας.
Ο φίλος μου, που ας σημειωθεί ότι ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός, επικοινωνιακός και κυρίως ευγενικός τύπος, ένοιωσε αμέσως την ανάγκη να απολογηθεί για τη νυχτερινή περιπέτεια, που οπωσδήποτε θα είχαν βιώσει οικογενειακώς, οι Γάλλοι γείτονές του.
Ως δικαιολογία λοιπόν πρόβαλε το γεγονός, ότι υπάρχει ένα θρησκευτικό έθιμο στην Ελλάδα σύμφωνα με το οποίο τις παραμονές των Χριστουγέννων και εν όψει της νέας χρονιάς, συνηθίζεται να συγκεντρώνονται φιλικά πρόσωπα και να ξενυχτούν, κάνοντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φασαρία, ώστε να διώξουν τα "κακά πνεύματα" μακριά...
Ο Γάλλος έδειξε απόλυτη κατανόηση και σεβασμό, διακαιολογώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις παρεκτροπές της προηγούμενης βραδιάς, που είχαν κοστίσει στην οικογένειά του ένα αλησμόνητο ξενύχτι. Έτσι, έληξε η ιστορία, μέσα σε καλό πνεύμα αμοιβαίας συμπάθειας και κατανόησης.
.......................................................................

Ένα χρόνο μετά, χτύπησε η πόρτα του studio. Ανοίγοντας την πόρτα ο Λεωνίδας βλέπει το γείτονα του πρώτου ορόφου με ένα τεράστιο δέμα, έξω από την πόρτα του.
Πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, ο Γάλλος βρισκόταν ήδη μέσα στο δωματιάκι του φίλου μου, κάνοντας την ακόλουθη δήλωση:
"Επειδή απόψε είναι η θρησκευτική γιορτή σας, κατά την οποία δίωχνετε τα κακά πνέυματα με τρόπο ιδιαίτερα θορυβώδη, σας έφερα μια μοκέτα, ώστε να περιοριστούν (όσο γίνεται) οι συνέπειες για εμάς τους υπόλοιπους". Μπροστά στον εμβρόντητο Λεωνίδα, ο Γάλλος έδωσε τη διαβεβαίωση ότι θα εφαρμόσει ο ίδιος τη μοκέτα στο πάτωμα, πραγματοποιώντας σε ελάχιστο χρόνο την υπόσχεσή του!

Η νύχτα που ακολούθησε, βρήκε το φίλο μου ανεβασμένο πάνω σε μια καρέκλα να καλπάζει μόνος του μέσα στο δωματιάκι, κάνοντας όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε, ώστε να δικαιολογήσει τα όσα προηγήθηκαν, τιμώντας παράλληλα το "ελληνικό έθιμο", που εκείνο το βράδυ αποτελούσε μια (σπάνια) μοναχική υπόθεση...

Σημ.: Με το Λεωνίδα, συνηθίζαμε να αγοράζουμε τις γνωστές σοκολάτες "Leonidas" με μια μικρή έκπτωση, γεγονός που οφειλόταν στο ότι είχαμε πείσει την ιδιοκτήτρια του ζαχαροπλαστείου της γειτονιάς, πως ο φίλος μου ήταν ο γιός του Βέλγου σοκολατοποιού, από τον οποίο είχε προκύψει και η ονομασία του προϊόντος!

5/12/09

in memoriam

14/11/09

ο τυχερος


Ήταν το τελευταίο μάθημα πριν τις καλοκαιρινές διακοπές.

Εκείνο το ζεστό απόγευμα, στην αίθουσα του πρώτου ορόφου του κεντρικού κτιρίου, είχαμε συγκεντρωθεί καμιά δεκαριά φοιτητές, όλοι μεταπτυχιακοί. Οι περισσότεροι (γνωστοί και από άλλες διαλέξεις) ήσαν χαμηλού προφίλ, απλοί εραστές της γνώσης και μόνο δυο τρεις "σεσημασμένοι" ήσαν οι επαρμένοι, εκείνοι για τους οποίους ο Κούντερα έχει γράψει ότι "νιώθουν τα βλέμματα όλου του κόσμου να είναι στραμμένα πάνω τους". Σ' αυτή την κατηγορία ανήκε και η συνάδελφος, που θα παρουσίαζε την τελευταία διάλεξη της χρονιάς.
Για την ακρίβεια, θα μας πρόβαλε ένα κινηματογραφικό φιλμάκι, που η ίδια χαρακτήρισε ως "πειραματικό κινηματογράφο". Φαίνεται, ωστόσο, πως η ενασχόλησή της με την πειραματική γραφή (είδος εξ ορισμού εκτός των συμβατικών δράσεων) είχε αποδυναμώσει την αποτελεσματικότητά της σε πιο πρακτικά θέματα, όπως ο χειρισμός μιας μηχανής προβολής, έστω κι αν υπήρχε το ελαφρυντικό ότι η ηλικία του συγκεκριμένου μηχανήματος παρέπεμπε στην εποχή των αδελφών Λυμιέρ!
Αφού προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να τη θέσει σε λειτουργία, στράφηκε με ένα αφοπλιστικό και αφελές χαμόγελο (αυτό που χρησιμοποιούν οι "αδύναμοι" για να ολοκληρώσουν την κυριαρχία τους επί των -κατά τεκμήριο- "ισχυρών"), προς το κοινό ζητώντας βοήθεια.

Τα σεμινάρια παρακολουθούσε με τον δικό του τρόπο ένας συμπαθής Γιουγκοσλάβος φοιτητής, σχετικά προχωρημένης ηλικίας, που η σιωπηλή παρουσία του ήταν πάντοτε αισθητή, εξ αιτίας του γεγονότος ότι ήταν τυφλός. Ήταν και αυτός που προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει την εισηγήτρια, δεδομένου μάλιστα ότι στο αίτημά της οι υπόλοιποι δηλώσαμε άγνοια και αδυναμία να συνδράμουμε. 'Ετσι, μετά από κάποιες προσπάθειες και αφού στο μεταξύ πλαισιώθηκε και από άλλους, ο τυφλός κατάφερε να θέσει σε λειτουργία τη μηχανή προβολής, φωτίζοντας τη μισοσκότεινη αίθουσα με το "πρωτοποριακό" περιεχόμενο του έργου. Παρέμεινε μάλιστα δίπλα στη μηχανή, με την πλάτη προς την οθόνη.

Στη σύγχρονη τέχνη είναι πολλές οι φορές, που ο θεατής καλείται να δώσει απάντηση στο τρομοκρατικό ερώτημα αν είναι απαίδευτος ή απλώς ηλίθιος, που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει και στη συνέχεια να απολαύσει (δηλώνοντας το θαυμασμό του) ένα έργο τέχνης, όταν μάλιστα το τελευταίο διεκδικεί τον τίτλο του πρωτοποριακού.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε γιατί το μέγεθος της φάρσας που λάμβανε χώρα ενώπιόν μας δεν άφηνε περιθώρια για δισταγμούς και ανασφάλειες, είτε γιατί το Εγώ των θεατών ήταν αρκετά υπερτροφικό, πολύ σύντομα άρχισαν τα ειρωνικά σχόλια πριν καταλήξουν σε πανηγυρική γελοιοποίηση της προβολής...
Ο τρόπος αντίδρασης μάλιστα, πολύ απείχε από τη διακριτικότητα και την παραδοσιακή ευγένεια ενός Γαλλικού κοινού.
Όλοι μας νιώσαμε (στο όνομα της τέχνης) το αποτέλεσμα ενός εμπαιγμού, ενός αισθητικού βιασμού.
Όλοι;
Εκτός από το Γιουγκοσλάβο συνάδελφο, που κατά τραγική ειρωνεία απέφυγε αυτή την τραυματική εμπειρία έχοντας την "πρόνοια" να στρέψει εξ αρχής την πλάτη προς την οθόνη..


Αθήνα 31/7/1987


Το παραπάνω κείμενο το βρήκα σκαλίζοντας κάποιες παλιές σημειώσεις μου. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Το δημοσιεύω, γιατί το βρίσκω και λίγο επίκαιρο με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, που άρχισε χθες...

8/11/09

η μελωδια της απουσιας


Πριν δύο χρόνια, σε αντίστοιχη περίπου εποχή, δηλ. στη διάρκεια του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ανηφόριζα τον πεζόδρομο της Αριστοτέλους κινούμενος στον υπόστεγο χώρο λόγω βροχής. Λίγα λεπτά πριν φτάσω στον τελικό μου προορισμό είδα συγκεντρωμένο κόσμο έξω από ένα κατάστημα, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια δυσκολία στη διέλευση των διερχομένων. Προσπαθώντας να διευκολύνω την πορεία μου άπλωσα το χέρι, επιχειρώντας να παραμερίσω αυτόν που μου έφραζε το δρόμο, όταν παρατήρησα ότι την ίδια ακριβώς κίνηση έκανε και κάποιος απέναντί μου. Μόνο που αυτός, ο μάλλον ευτραφής και συμπαθής κύριος έκανε κάτι παραπάνω. Έπιασε και έσφιξε το χέρι μου προσθέτοντας (πριν καν προλάβω να αντιδράσω): "Θύμισέ μου από πού σε ξέρω"..
Έμεινα αμήχανος για ελάχιστα δευτερόλεπτα, αρκετά, ωστόσο για να συνειδητοποιήσω ότι από πουθενά δεν θα μπορούσε να με ξέρει για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μου θύμιζε τίποτα η παρουσία του. Για λόγους ευγένειας, όμως, ανταπέδωσα τη θερμή χειραψία διερωτόμενος κι εγώ "μήπως από το στρατό;"... και εκφράζοντας παράλληλα την απορία μου για την ενδεχόμενη συνάντησή μας στο παρελθόν. Ο χρόνος που έγιναν όλα αυτά ήταν ελάχιστος αλλά πρόλαβα να διακρίνω μια απορία και έκπληξη από μέρους ενός συνοδού του συνομιλητή μου, ο οποίος έδειχνε να απορεί περισσότερο για την δική μου ...απορία σαν να ήταν εντελώς αφύσικη η πιθανότητα να μην θυμάμαι (ή να αναγνωρίζω) τον άνθρωπο που είχα απέναντί μου.
Μετά από αυτό το στιγμιαίο τετ α τετ και αφού δεν απέδωσαν οι αμοιβαίες προσπάθειες να ανακαλέσουμε επιτυχώς το (κοινό) παρελθόν μας, χωρίσαμε χαμογελώντας, με τον παρ' ολίγον γνωστό μου να συμπληρώνει "δεν πειράζει, την άλλη φορά θα θυμόμαστε πού έχουμε συναντηθεί"...
Απομακρυνόμενος για λίγο και διατηρώντας τον απόηχο από αυτά τα τελευταία λόγια του, συνειδητοποίησα ότι αυτή η τόσο χαρακτηριστική, μελωδική φωνή ανήκε στο Λαυρέντη Μαχαιρίτσα!


Στην προηγούμενη ανάρτηση, μιλώντας για τον (υποκειμενικό) τρόπο που μπορούμε να αναγνώσουμε τον κόσμο (ανάγοντάς τον σε σημεία με κυριολεκτική και συνειρμική ιδιότητα) υποστήριζα ότι το ίδιο αντικείμενο μπορεί να τύχει διαφορετικής ανάγνωσης (και ερμηνείας) ανάλογα με κάποιες προσωπικές ή κοινωνικές παραμέτρους του θεατή (ή αναγνώστη).
Στην περίπτωσή μου όμως και σχετικά με το γεγονός που σας περιέγραψα προσπαθώ να κατανοήσω μέσα από ποιό μηχανισμό μπορεί κανείς να παραβλέψει, να αγνοήσει και να μην εμπιστευτεί την ίδια του την όραση απέναντι σε ένα "σημείο" τόσο κυριολεκτικό, σαφές, οφθαλμοφανές (και αρκετά ευδιάκριτο...) αναγνωρίζοντάς και ταυτοποιώντας το (στη συνέχεια) κάτω από το απομακρυνόμενο ηχητικό του ίχνος, όσο μελωδικό κι αν είναι αυτό...

2/11/09

το τα του

Σύμφωνα με τη Σημειωτική επιστήμη (ή "Σημειολογία", για τους Αγγλοσάξωνες) ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι ένας κόσμος σημείων. Η ίδια η κοινωνική ζωή συντίθεται από σημεία, ή ορθότερα, από σημειωτικά συστήματα (οι λέξεις, οι εικόνες, οι χειρονομίες...), το πληρέστερο των οποίων αποτελεί η (κοινωνική) γλώσσα.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του σημείου είναι η κυριολεκτική σημασία (η εμπειρική, αυτή που εμπίπτει άμεσα στις αισθήσεις μας) και η συνειρμική σημασία του (το "κρυμένο" νόημα, αυτό που αποτελεί το αποτέλεσμα μιας πιο σύνθετης νοητικής διεργασίας).
Εν προκειμένω, η συνειρμική σημασία είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα αφού παρουσιάζει μια εξαιρετικά εντυπωσιακή ποικιλία μεταξύ των υποκειμένων, εξαρτώμενη από βιωματικούς, πολιτιστικούς, κοινωνικούς κ.α. παράγοντες, που είναι ικανοί να αποδώσουν στο ίδιο αντικείμενο εντελώς διαφορετικές ερμηνείες και να προκαλέσουν πλήθος συνειρμών.

Μεταξύ των σημειωτικών συστημάτων, η εικόνα, για μένα, αποτελεί την πλέον ενδιαφέρουσα περίπτωση. Ίσως γιατί "αντιστέκεται περισσότερο στο νόημα", όπως παρατηρεί ο Rolan Barthes. Κι' αυτό γιατί, αν περιοριστούμε στην εικόνα ως απλή ανα-παράσταση, τότε αυτή εκπίπτει σε μια νεκρανάσταση της πραγματικότητας και γνωρίζουμε όλοι ότι κάθε τι ευκρινές, κατανοητό και ξεκάθαρο είναι ιδιαίτερα αντιπαθητικό σαν βίωμα.
Όλοι έχουμε ανάγκη για μια παραπέρα ερμηνεία, για μια δεύτερη ανάγνωση, για ένα κρυμένο νόημα (πέρα από το προφανές), ώστε η διαδικασία στη θέα μιας εικόνας να προσφέρει ένα ελκυστικό ενδιαφέρον, ένα παιχνίδι με το άγνωστο, μια γοητευτική περιπέτεια αναζήτησης...

Έτσι, στη θέα μιας εικόνας ενός αετού (για παράδειγμα), άλλος μπορεί να αντιλαμβάνεται την ενσάρκωση της έννοιας "υπερηφάνεια", άλλος να νοιώθει το ευεργετικό αίσθημα της ελευθερίας μέσω μιας λυτρωτικής πτήσης και άλλος να επαναφέρει στη μνήμη του ιστορικές μνήμες και γεγονότα, όπου ο αετός (ως δικέφαλος, για παράδειγμα) εσυμβόλιζε κραταιές αυτοκρατορίες (ή χαμένες πατρίδες, κατά περίπτωση).
Αντίστοιχα, η εικόνα ενός φιδιού, μπορεί να προκαλέσει (ως συνήθως) αποστροφή και φόβο, είναι δυνατόν, ωστόσο, να αναβαθμιστεί μέσα από τη μυθολογική προσέγγιση σε σύμβολο ανακούφισης και θεραπείας.


Πριν ένα χρόνο, σε περίοδο διακοπών, είχα αναφερθεί σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια να επιτρέψω την αποτύπωση της θερινής χαλαρότητας υπό τη μορφή ενός προσωρινού σχεδιαστικού ίχνους πάνω στο σώμα μου. Μια σήμανση, που θα διαρκούσε (για λόγους κατασκευαστικούς αλλά και συμβολικούς) λίγες εβδομάδες, όση ακριβώς και η διάρκεια της απόδρασης από τη συμβατική καθημερινότητα μιας ολόκληρης χρονιάς.
Η προσπάθεια ακυρώθηκε εν τη γενέσει της για λόγους που δεν μπορώ ακόμη και τώρα να προσδιορίσω, εκτός ίσως από την λανθάνουσα πρόθεση να εμπιστευτώ μια τέτοια "επέμβαση" στα χέρια των ειδικών, που όταν συμβαίνει να είναι και φίλοι, η εγγύηση για ένα καλό αποτέλεσμα είναι δεδομένη.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το πλήρωμα του χρόνου έφτασε και ευρισκόμενος σε αντίστοιχες συνθήκες (light διακοπών) αποφάσισα να διαθέσω το χέρι μου για μια προσωρινή, σχεδιαστική επέμβση, επιλέγοντας σαν θέμα ένα μικρό φιδάκι.